11-6-1937. Ο στρατάρχης Μιχαήλ Τουχατσέφσκυ (και με την σειρά της, σχεδόν, όλη η ηγεσία του Κόκκινου Στρατού), εκτελείται από τον Ιωσήφ Στάλιν και την НКВД, με χαλκευμένα και πλαστά στοιχεία που τους “σέρβιρε” η ναζιστική κατασκοπεία.

 




Οπως περιγράφεται, αναλυτικά, στο, παραπάνω, βίντεο, στις 11 Ιουνίου 1937, ένα “σοβιετικό  στρατοδικείο” καταδίκασε, σε θάνατο, για την πράξη της προδοσίας και της κατασκοπείας, τον στρατάρχη Μιχαήλ Τουχατσέφσκυ, καθώς και επτά, ακόμη, στρατηγούς, τον Γιόνας Γιακίρ, τον Ιερόνυμ Ουμπόρεβιτς, τον Άβγκουστ Κόρκ, Μπορίς Φέλντμαν, Βιτάλι Πριμακώφ, Βίτοβτ Πούτνα.

Η πράξη αυτή και οι εκτεταμένες σταλινικές εκκαθαρίσεις, που έλαβαν χώρα, δημιούργησε τεράστιο διοικητικό χάος, στις υψηλόβαθμες τάξεις του Κόκκινου Στρατού, που βρέθηκε απροετοίμαστος, κατά την επίθεση της “Σοβιετικής Ένωσης”, στην Φινλανδία, το 1940 και μετά, στην γερμανική εισβολή. το 1941.

Τον Φεβρουάριο του 1937, ένας Γερμανός πράκτορας, στην Στοκχόλμη, γνωστός, με την ιδιότητα του επιχειρηματία, ο Όσκαρ Μπένταουερ, τον οποίον παρακολουθούσε η σοβιετική αντικατασκοπεία, δολοφονήθηκε και στην κατοικία του, βρέθηκαν έγγραφα, τα οποία πέρασαν, - άγνωστο πώς -, σε χέρια “Σοβιετικών”. Επρόκειτο, για τρία έγγραφα, με, συνολικά, επτά σελίδες, από τις υπηρεσίες του Κόκκινου Στρατού, με σχέδια επιθέσεων, αλλά και για την ποιότητα του σοβιετικού πολεμικού υλικού, για την μαχητικότητα των ενόπλων δυνάμεων, κλπ. Ήσαν πλαστά έγγραφα, τα οποία κατασκευάστηκαν, από τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, με σκοπό να ενοχοποιηθεί η ηγεσία του Κόκκινου Στρατού. 

Επίσης, οι ναζιστές ηγέτες Χάινριχ Χίμμλερ και Ράινχαρντ Χάιντριχ χάλκευσαν και άλλα έγγραφα, με τα οποία ενέπλεξαν τον Τουχατσέφσκυ και σχεδόν, ολόκληρη την σοβιετική στρατιωτική ηγεσία, σε μια ψευδή μυστική συνεργασία, με την Βέρμαχτ και τον Λέοντα Τρότσκυ, τον οποίο υποτίθεται ότι βοηθούσαν ο Άντολφ Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς, για να ανατρέψει τον Ιωσήφ Στάλιν και το σοβιετικό καθεστώς, με στόχο την παλινόρθωση του καπιταλισμού.

Με όλα αυτά, η ναζιστική ηγεσία επιχείρησε να αποδυναμώσει την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης, με την καταστροφή  της στρατιωτικής της ηγεσίας και φρόντισε, έτσι ώστε τα έγγραφα αυτά να διαρρεύσουν, από την μια πλευρά, μέσω της σοβιετικής αντικατασκοπείας, στην Στοκχόλμη της Σουηδίας και από την άλλη πλευρά, μέσω του προέδρου της Τσεχοσλοβακίας Edvard Beneš, ο οποίος παρέδωσε τα πλαστά έγγραφα της γερμανικής κατασκοπείας, που του εστάλησαν, στον Στάλιν. 

Η συνωμοσία των ναζιστών, για να ενοχοποιήσουν τον Τουχατσέφσκυ βασίζεται, ανάμεσα, στα άλλα και στα απομνημονεύματα των Walter Schellenberg και Edvard Beneš.

Αυτά αποτέλεσαν το πρόσχημα, για την σύλληψη, το κατηγορητήριο, περί προδοσίας και την καταδίκη, σε θάνατο, 137, συνολικά, ανώτατων και ανώτερων σοβιετικών αξιωματικών, από τους 90 στρατηγούς, μόνον, 6 επιβίωσαν. Από τους 180 διοικητές μονάδων, που αποστρατεύτηκαν, μόνο, 36 κατάφεραν να διαφύγουν και από τους λοχαγούς, 7403 απολύθηκαν, ενώ 5613 διέφυγαν την σύλληψη.

Αυτά συνέβησαν δύο χρόνια, πριν, από την γερμανική εισβολή, στην “Ε.Σ.Σ.Δ.”.

Ο Μιχαήλ Νικολάγεβιτς Τουχατσέφσκυ, ως κύριος υποστηρικτής του εκσυγχρονισμού των όπλων και της δομής των δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, ήταν καθοριστικός παράγοντας, στην ανάπτυξη της σοβιετικής αεροπορίας και των μηχανοποιημένων και αερομεταφερόμενων δυνάμεων. Ως θεωρητικός, ήταν αυτός, που ανάπτυξε και δίδαξε την θεωρία “των βαθιών επιχειρήσεων” (το Blietzkrieg”), στις δεκαετίες του 1920 και του 1930.



Στις 20/11/1935, ο Τουχατσέφσκυ έγινε Στρατάρχης της Σοβιετικής Ένωσης, σε ηλικία 42 ετών. Τον Ιανουάριο του 1936, ο Τουχατσέφσκυ επισκέφθηκε την Βρετανία, την Γαλλία και την Γερμανία. Λίγο πριν την σύλληψή του, ο Τουχατσέφσκυ παύθηκε, από βοηθός του στρατάρχη Κλιμέντι Βοροσίλωφ, στο Γενικό Επιτελείο και διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής της Περιφέρειας του Βόλγα. 

Λίγο μετά, όταν έφυγε, για να αναλάβει τα νέα καθήκοντα, συνελήφθη, μέσα σε τραίνο (στο βαγόνι 3), στις 22 Μαΐου 1937 και μεταφέρθηκε, ξανά, στην Μόσχα, με ένα φορτηγό, για φυλακισμένους.

Η ανάκριση και τα βασανιστήρια, στον Τουχατσέφσκυ, επιβλέπονταν, απευθείας, από τον Διοικητή της НКВД Νικολάι Γιέζωφ. Ο Στάλιν διέταξε τον Γιέζωφ : «Δείτε το μόνοι σας, αλλά ο Τουχατσέφσκυ πρέπει να αναγκαστεί να πει όλα… Είναι αδύνατο να έχει ενεργήσει μόνος του».

Λίγες ημέρες, αργότερα, καθώς ο Γιέζωφ μπαινόβγαινε, από το γραφείο του Στάλιν, ο Τουχατσέφσκυ, που υπέστη άγρια βασανιστήρια, “ομολόγησε” ότι ο Γενουκίντζε τον είχε στρατολογήσει το 1928 και ότι ήταν πράκτορας της Γερμανίας, που συνεργαζόταν, με τον Νικολάι Μπουχάριν, για να καταλάβουν “οι δεξιοί” του Πολιτικού Γραφείου την εξουσία. Η ομολογία του Τουχατσέφσκυ, η οποία υπάρχει, στα αρχεία, είναι επενδυμένη, με ένα καφέ σπρέι, που, αργότερα και διαπιστώθηκε ότι είχε πιτσιλιστεί από αίμα, από ένα σώμα, σε κίνηση.

Στις 11/6/1937, το “Σοβιετικό” Ανώτατο Δικαστήριο συγκάλεσε ειδικό “στρατοδικείο”, που, μέσα, σε μία ημέρα, καταδίκασε τον Τουχατσέφσκυ και 8 στρατηγούς, για προδοσία. 

Η δίκη ονομάστηκε “Υπόθεση Τροτσκιστικής Αντισοβιετικής Στρατιωτικής Οργάνωσης”. Στο άκουσμα των κατηγοριών, ο Τουχατσέφσκυ είπε : «Νιώθω ότι ονειρεύομαι». (Αλλά δεν…).

Οι “δικαστές” ήσαν τρομοκρατημένοι και ένας, εξ αυτών, ακούστηκε να σχολιάζει : «Αύριο θα με βάλουν, στο ίδιο μέρος».




Ο Στάλιν, ο οποίος περίμενε την ετυμηγορία, μαζί, με τους Νικολάι Γιέζωφ, Μιάτσεσλαβ Μολότωφ και Λαζάρ Καγκάνοβιτς δεν κοίταξε, καν, τα έγγραφα της “δικαστικής ετυμηγορίας” και απλά, είπε :

«Σύμφωνοι».

Μια ώρα μετά, ο Τουχατσέφσκυ τελευταίος, στην σειρά των 8, προς εκτέλεση, κλήθηκε, στο κελί, από τον αρχηγό της τοπικής НКВД Βασίλι Μπλαχίν και καθώς ο Γιέζωφ παρακολουθούσε, ο, τέως, στρατάρχης πυροβολήθηκε μία φορά, στο, πίσω, μέρος του κεφαλιού του, όπως και οι άλλοι.

Αμέσως μετά, ο Γιέζωφ κλήθηκε, από τον Στάλιν, που τον ρώτησε : «Ποιά ήταν τα τελευταία λόγια του Τουχατσέφσκυ»;

Ο Γιέζωφ είπε : «Το φίδι είπε ότι ήταν αφιερωμένος, στην πατρίδα και τον σύντροφο Στάλιν. Αλλά ήταν προφανές ότι δεν ήταν ευθύς, δεν είχε καταθέσει τα όπλα».




(Όμως, δεν θα περάσει, πολύς καιρός και ο Νικολάι Γιέζωφ θα βρεθεί, στην θέση του Τουχατσέφσκυ. Στις 4/2/1940, καθώς είχε συλληφθεί και καταδικαστεί, ως προδότης του “σοσιαλιστικού κράτους”, θα εκτελεσθεί, με τον ίδιο τρόπο : 

Πρόσωπο, στον τοίχο του κελιού και με φυτεμένη μια σφαίρα, πάνω, από τον σβέρκο του. 

Την θέση του, στην ηγεσία της НКВД, θα αναλάβει ο Λαβρέντι Μπέρια.

Είναι χρήσιμο να παραθέσω και ένα τμήμα της γραπτής “ομολογίας”, που υποχρεώθηκε να υπογράψει, κατά, στάδια, εντός ολίγων ημερών, που ολοκληρώθηκε, με τελική ημερομηνία 1/6/19367, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η μεθοδικότητα των ανακριτών - υπό την άμεση καθοδήγηση του Νικολάι Γιέζωφ - οι οποίοι διαμόρφωσαν μία παραμυθολογία, η οποία ενέπλεξε έναν μεγάλο αριθμό προσώπων, που, με την σειρά τους, ο καθένας, από αυτούς, ενέπλεξαν, αλληλοδιαδοχως, άλλους κύκλους προσώπων (ακόμη και των, ήδη, εκτελεσθέντων, από τις προηγούμενες δίκες της Μόσχας, ηγετών του Μπολσεβίκικου κόμματος, Κάμενεφ, Μπουχάριν κ.α.) και ούτω καθεξής :





“Επίμονα και κατ’ επανάληψη, προσπάθησα να αρνηθώ την συμμετοχή μου, στην συνωμοσία, όσο και μεμονωμένα γεγονότα της αντισοβιετικής μου δράσης, αλλά, υπό την πίεση των αποδεικτικών στοιχείων της ανάκρισης, υποχρεώθηκα, βήμα - βήμα, να ομολογήσω την ενοχή μου. Στην παρούσα κατάθεση θα εξιστορήσω την αντισοβιετική μου δράση, με χρονολογική σειρά.


1. Η οργάνωση και η εξέλιξη της συνωμοσίας. 


Η αρχή των σχέσεών μου, με τους Γερμανούς, ανάγεται, στην περίοδο των ασκήσεων και γυμνασίων στη Γερμανία, όπου είχα σταλεί, υπηρεσιακώς, το 1925. Με συνόδευε ο λοχαγός Φον Τσιούλοφ, ο οποίος μιλούσε ρωσικά και πολλές φορές μου επεσήμανε τα κοινά συμφέροντα της Ε.Σ.Σ.Δ. και της Γερμανίας, σε έναν πιθανό πόλεμο, με την Πολωνία, με ενημέρωσε, για την μεθοδολογία της στρατιωτικής εκπαίδευσης του γερμανικού στρατού και με την σειρά του, επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον, για τον Στρατιωτικό Κανονισμό του Κόκκινου στρατού που, μόλις, είχε κυκλοφορήσει. 

Το 1926, ο Φον Τσιούλοφ ήταν παρών, στα γυμνάσια, που έγιναν, στην Λευκορωσία, όπου συναντηθήκαμε και συνεχίσαμε την συζήτησή μας. Ενημέρωσα τον Φον Τσιούλοφ, με την οργάνωση της μεραρχίας μας, τις μονάδες πυροβολικού και την αλληλεπίδραση πεζικού και πυροβολικού. Μετά τα γυμνάσια, έχασα, κάθε επαφή, με τον Φον Τσιούλοφ.


Περίπου, το 1925, γνώρισα τον Ντονπάλ, όταν ήμουν διοικητής της στρατιωτικής περιοχής της Λευκορωσίας. Οι συναντήσεις μας ήσαν σύντομες και αν δεν κάνω λάθος, γίνονταν, στο τραίνο, όταν ταξίδευα, από το Μινσκ, στο Σμολένσκ.

Στη συνέχεια, όταν ήμουν επιτελάρχης του γενικού επιτελείου του Κόκκινου στρατού, ο Ντονμπάλ ανανέωσε την σχέση μας. 

Κατά την διάρκεια όλων αυτών των συναντήσεων, ο Ντονμπάλ, μονίμως, ενδιαφερόταν, για τα ζητήματα του πολέμου μεταξύ Πολωνίας και Ε.Σ.Σ.Δ., έλεγε πως το κύρος του (του Ντονμπάλ) μεταξύ της εργατικής τάξης, στην Πολωνία, είναι μεγάλο, πως, πέρα από αυτό, σημαντικό τμήμα των Πολωνών αξιωματικών δεν συμπαθούν τον Πιλσούντσκι και πως ο ίδιος έχει πολλές σημαντικές γνωριμίες, μεταξύ αυτών των αξιωματικών, πράγμα, που τον κάνει να πιστεύει πως, στον μελλοντικό πόλεμο, ο επιτιθέμενος Κόκκινος στρατός θα συναντήσει την πολωνική προλεταριακή επανάσταση. Ο Ντονμπάλ έλεγε πως ο ίδιος είναι αξιωματικός, στα πολυβόλα και πάντα, είχε ιδιαίτερα ενδιαφέρον, για τον πόλεμο αλλά και τις προετοιμασίες, γι’ αυτόν. Στις συζητήσεις μου, μαζί του, του μιλούσα, για την οργάνωση της μεραρχίας, για τις βασικές αρχές της σύγχρονης μάχης, για τις μεθόδους της τακτικής μας προετοιμασίας, καθώς, επίσης, όταν μιλούσαμε, για τον πόλεμο, ανάμεσα σε εμάς και την Πολωνία, του ανέφερα πως ήμασταν υποχρεωμένοι, λόγω της καθυστέρησης, στην ανάπτυξη, να συγκεντρώνουμε, στα σύνορα, με την Πολωνία, μεγάλες δυνάμεις, τις οποίες και απαρίθμησα στον Ντονμπάλ. Εκτός από αυτό, ανέφερα, στον Ντονμπάλ, τις διαφορές, σε επίπεδο σύνθεσης του σώματος των αξιωματικών, αλλά και τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες των μονάδων, τόσο, σε επίπεδο οργάνωσης, όσο και σε επίπεδο θητείας και εκπαίδευσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έδωσα, στον Ντονμπάλ, στοιχεία, για την καθυστέρηση της συγκέντρωσης και ανάπτυξης των μονάδων, στις παραμεθόριες περιοχές, για την οργάνωση, σε επίπεδο αξιωματικών και γεωγραφικής κατανομής των μεραρχιών, την θητεία και τις βάσεις της στρατιωτικής εκπαίδευσης, τόσο των τακτικών μονάδων, όσο και των τοπικών. 


Το 1928 απαλλάχθηκα, από τα καθήκοντα του επιτελάρχη του γενικού επιτελείου του Κόκκινου στρατού και ανέλαβα καθήκοντα διοικητή της στρατιωτικής περιοχής του Λένινγκραντ.

Όντας δυσαρεστημένος, από την νέα μου θέση, αλλά και την αντιμετώπισή μου, από την πλευρά της ηγεσίας του στρατού, άρχισα να αναζητώ επαφή, με τους ανθρώπους, από την Στρατιωτική-Πολιτική Ακαδημία «Τολμάτσεφ». Πριν απ’ όλα, ήλθα, σε επαφή, με τον Μαργκολίν, κατά την διάρκεια της κομματικής συνδιάσκεψης της 20ης μεραρχίας τυφεκιοφόρων, στην οποία ο Μαργκολίν ήταν επικεφαλής του πολιτικού τμήματος. Τον υποστήριξα, στην κριτική του, προς τον διοικητή της μεραρχίας και στην συνέχεια, σε κατ’ ιδίαν συζήτηση, κατάλαβα πως ο Μαργκολίν ανήκει, στους δυσαρεστημένους, πως ασκεί κριτική, στην αγροτική πολιτική του κόμματος. Συμφώνησα, μαζί τους, πως θα κρατήσουμε επαφή και θα προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε και άλλα στελέχη, που δεν συμφωνούν, με την πολιτική του κόμματος. 

Το καλοκαίρι του 1928, κατά τη διάρκεια στρατιωτικών γυμνασίων, γνωρίζοντας πως ο Τουρόφσκι, διοικητής της 11ης μεραρχίας τυφεκιοφόρων, ψήφισε, υπέρ της διακήρυξης της Στρατιωτικής - Πολιτικής Ακαδημίας «Τολμάτσεφ», συζήτησα, μαζί του, για τα ίδια θέματα, που είχα συζητήσει, με τον Μαργκολίν, συνάντησα την αποδοχή του και συμφωνήσαμε, ως προς την αναγκαιότητα να ξεχωρίσουμε τους δυσαρεστημένους. Ο Τουρόφσκι μου υπέδειξε τον διοικητή του συντάγματος Ζιουκ, τον οποίο εμπιστευόταν, απόλυτα. Συζήτησα, με τον Ζιουκ και εκείνος συμφώνησε πως πρέπει να διατηρήσουμε επαφή και να ξεχωρίζουμε τους δυσαρεστημένους. 

Τον χειμώνα του 1928-1929, νομίζω, κατά την διάρκεια μίας συνόδου της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, συζήτησα, με τον Ενουκίντζε, ο οποίος, με γνώριζε, από το 1918 και προφανώς,, είχε ακούσει, για την δυσαρέσκειά μου και για το πως ερχόμουν, σε αντιπαράθεση, με την ηγεσία του στρατεύματος. Ο Ενουκίτζε μου είπε πως η πολιτική του Στάλιν είναι επικίνδυνη να προκαλέσει έκρηξη αντιπαλότητας, ανάμεσα, στους εργάτες και τους αγρότες, πως οι δεξιοί προτείνουν πιο σωστή πολιτική ανάπτυξης και πως το στράτευμα πρέπει οπωσδήποτε να το καταλάβει αυτό, δηλαδή πως οι στρατιωτικοί έρχονται, διαρκώς, σε αντιπαράθεση, με τους αγρότες. Ανέφερα, στον Ενουκίντζε, τις διαθέσεις, που επικρατούν, στην Λευκορωσία και στο Τολμάτσεβο, για τον μεγάλο αριθμό αξιωματικών του πολιτικού τμήματος, που δεν συμφωνούν, με την γενική γραμμή του κόμματος και για τις σχέσεις, που έχω αναπτύξει, με μία σειρά διοικητών και πολιτικών επιτρόπων, που δεν συμφωνούν, με την πολιτική του κόμματος. Ο Ενουκίντζε μου απάντησε πως κάνω, πολύ καλά και πως δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία πως θα επικρατήσει η άποψη των δεξιών. Υποσχέθηκα, στον Ενουκίντζε, πως θα τον ενημερώσω, για την δράση μου. 

Κατά την διάρκεια του 1929 - 1930, συμμετείχα, σε στρατιωτική - επιστημονική δραστηριότητα, στην Στρατιωτική - Πολιτική Ακαδημίας «Τολμάτσεφ». Κατά την δραστηριότητά μου αυτή, σε μία, από τις ομιλίες μου, στο διάλειμμα, συζήτησα, με τον καθηγητή της ακαδημίας Νιζέτσεκ, για τον οποίο ο Μαργκολίν μου είχε πει πως είναι άνθρωπος, που δεν συμφωνεί, με την πολιτική του κόμματος και πως έπρεπε να τον πλησιάσουμε. Άρχισα να διερευνώ τις διαθέσεις του Νίζετσεκ και σύντομα, ξεκινήσαμε να μιλάμε, ανοιχτά, να ανταλλάσσουμε απόψεις, για εκείνους, που δεν συμφωνούν, με την πολιτική του κόμματος, ιδιαίτερα, στις αγροτικές περιοχές. Ο Νίζετσεκ με ενημέρωσε πως συνδέεται, με αρκετούς καθηγητές, που σκέφτονται το ίδιο, με εκείνον και συγκεκριμένα, ο καθηγητής Μποτσαρόφ. 

Το 1928 και 1929, ασχολήθηκα πολύ, με την στρατιωτική εκπαίδευση της περιοχής και μελετώντας τα προβλήματα του πεντάχρονου πλάνου, κατέληξα, στο συμπέρασμα πως, σε περίπτωση υλοποίησης αυτού του πλάνου, ο χαρακτήρας του Κόκκινου στρατού θα πρέπει να αλλάξει, ριζικά. Έγραψα ένα σημείωμα, σχετικά, με την αναδιοργάνωση του Κόκκινου Στρατού, όπου απέδειξα την ανάγκη ανάπτυξης της μεταλλουργίας, της παραγωγής αυτοκινήτων και τρακτέρ και της γενικής εργαλειοκατασκευής, για την προετοιμασία, για τον πόλεμο του αναδιοργανωμένου στρατού, που θα περιλάμβανε, μέχρι 260 μεραρχίας, 50.000 τεθωρακισμένα και 40.000 αεροπλάνα. 

Η έντονη κριτική, που δέχτηκε το σημείωμά μου, από την πλευρά της ηγεσίας του στρατεύματος, με δυσαρέστησε βαθιά και για τον λόγο αυτόν, όταν, στο 15ο κομματικό συνέδριο, ο Ενουκίντζε συζήτησε, για δεύτερη φορά μαζί μου, με προθυμία, αποδέχτηκα τις απόψεις του. Ο Ενουκίντζε, με κάλεσε, κατά την διάρκεια του διαλείμματος και μου είπε πως οι δεξιοί, αν και ηττήθηκαν, δεν παρέδωσαν τα όπλα, μεταφέροντας την δράση τους, στην παρανομία. Γι’ αυτό, είπε ο Ενουκίντζε, θα πρέπει, συνωμοτικά, να διερευνήσω τα ηγετικά πολιτικά στελέχη και να τα μυήσω, στην παράνομη οργάνωση, για τον αγώνα, κατά της γενικής γραμμής του κόμματος και προς υποστήριξη των δεξιών. Ο Ενουκίντζε είπε πως συνδέεται, με τον ηγετικό πυρήνα των δεξιών και πως θα λάβω σχετικές οδηγίες δράσης, από τον ίδιο.


Αποδέχτηκα αυτή την εντολή, ωστόσο, δεν πρόλαβα να κάνω κάτι συγκεκριμένο, αφού το φθινόπωρο του 1930, ο Κακούριν με κατηγόρησε πως οργάνωσα στρατιωτικό πραξικόπημα και αυτή η κατάσταση, με τάραξε, τόσο πολύ, που, για ένα διάστημα, σταμάτησα, κάθε δραστηριότητα και απέφευγα να έχω σχέσεις, με οποιονδήποτε.

* * *

Το 1931, μετατέθηκα, στην Μόσχα. Η δουλειά του επικεφαλής των εξοπλισμών, με απορρόφησε, ωστόσο η δυσαρέσκεια, για την αντιμετώπιση, που είχα, από την πλευρά της ηγεσίας του στρατεύματος, υπήρχε μέσα μου, πράγμα, για το οποίο συζήτησα, πολλές φορές, με τους Φέλντμαν, Γιακίρ, Ουμπορέβιτς, Έιντμαν και άλλους.

Το 1931 (το φθινόπωρο, ή το χειμώνα, προς το 1932), ήλθε, στην Μόσχα, ο επικεφαλής του γερμανικού γενικού επιτελείου στρατηγός Αντάμ, τον οποίο συνόδευε ο αξιωματικός του γενικού επιτελείου Νιντερμάιερ. Μετά το γεύμα, που δόθηκε, προς τιμή του καλεσμένου, από τον Λαϊκό Κομισάριο, ο Νιντερμάιερ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για μένα, μου μίλησε, για την φιλία της Γερμανίας, με την Ε.Σ.Σ.Δ., για τον κοινό πολεμικό μας στόχο, ο οποίος εκφράζεται, στο αμοιβαίο ενδιαφέρον μας, για την ήττα της Πολωνίας, για την ανάγκη να αναπτυχθούν στενότερες σχέσεις, μεταξύ του Κόκκινου στρατού και του γερμανικού. Ο στρατηγός Αντάμ, που μας είχε πλησιάσει, στο μεταξύ, συμφώνησε, με τις απόψεις αυτές, όπως έκανα και εγώ. Στην συνέχεια, θα πω πως ο στρατηγός Αντάμ την επόμενη χρονιά, το 1932, όταν συμμετείχα, στα γυμνάσια του γερμανικού στρατού, επανέφερε αυτό το θέμα στις συζητήσεις μας.

Το 1932, είχα επανειλημμένες συζητήσεις, με τον Φέλτμαν, ασκώντας κριτική, στην ηγεσία του στρατεύματος, ενώ, στην συνέχεια, περάσαμε και στην κριτική της πολιτικής του κόμματος. Ο Φέλντμαν διατύπωσε τις μεγάλες επιφυλάξεις του, ως προς το ζήτημα της αγροτικής πολιτικής του κόμματος. Εγώ του απάντησα πως αυτό θα πρέπει, εμάς τους στρατιωτικούς, να μας κάνει, ιδιαίτερα, επιφυλακτικούς και του πρότεινα να οργανώσουμε, στην πλατφόρμα των δεξιών, μία ομάδα στρατιωτικών, η οποία θα μπορούσε να συζητήσει αυτά τα ζητήματα και να λάβει τα αντίστοιχα μέτρα. Ο Φέλντμαν συμφώνησε και κατ’ αυτόν τον τρόπο, ξεκίνησε η αντισοβιετική, στρατιωτική-τροτσκιστική συνωμοσία. Ενημέρωσα τον Φέλντμαν πως έχω σχέσεις, με τον Ενουκίντζε, ο οποίος εκπροσωπεί τον ηγετικό πυρήνα των δεξιών.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, πήγα διακοπές, στον Καύκασο. Στον σιδηροδρομικό σταθμό Μπελάν, να συνάντησε ο διοικητής στρατιάς του Κόκκινου στρατού Σμολίν. Μου παραπονέθηκε, για την κακή αντιμετώπιση, που είχε, από τον Λαϊκό Κομισάριο. Στις, μετέπειτα, συζητήσεις μας, κατάλαβα την διαφωνία του Σμολίν, με την γενική γραμμή του κόμματος και του πρότεινα να γίνει μέλος της ομάδας, την οποία, παράνομα, συνέχιζα να οργανώνω, στο στράτευμα, στη βάση της πλατφόρμας ιδεών των δεξιών. Ο Σμολίν συμφώνησε. Τον ρώτησα ποιον άλλο θα μπορούσε να μυήσει, στην οργάνωσή μας και μου υπέδειξε τον προϊστάμενο του Αλαφούζο. 

Ο Αλαφούζο, πρόθυμα, συμμετείχε, στις συζητήσεις, περιέγραφε, με πιο μελανά χρώματα, την κατάσταση και τελικά, του πρότεινα να γίνει μέλος της στρατιωτικής οργάνωσης, πράγμα, στο οποίο συμφώνησε, αφού ενημερώθηκε, για την δεξιά της πολιτική. 

Εξ όσων θυμάμαι, την ίδια εκείνη χρονιά, το 1932, είχα στρατολογήσει, ως μέλος της αντισοβιετικής στρατιωτικής-τροτσκιστικής οργάνωσης, τον πρώην αναπληρωτή αρχηγό της πολεμικής αεροπορίας Ναούμοφ, τον οποίο γνώριζα, από παλιά, από την εποχή που ήμουν στην Στρατιωτική Περιοχή του Λένινγκραντ.

* * *

Μετά τις διακοπές, στον Καύκασο, πήγα υπηρεσιακώς, να παρακολουθήσω μεγάλα γερμανικά στρατιωτικά γυμνάσια. Ανάμεσα, στους υπόλοιπους αξιωματικούς της αντιπροσωπείας, ήταν και ο Φέλντμαν. 

Καθ’ οδόν, συνάντησα και τον Ρομ, στον οποίο ο Τρότσκυ είχε αναθέσει, να έρθει, σε επαφή, μαζί μου. Ο Ρομ μου μετέφερε πως ο Τρότσκι έχει αναλάβει δράση, τόσο στο εξωτερικό, στον πόλεμο, κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όσο και στην Ε.Σ.Σ.Δ.,, όπου τα τροτσκιστικά στελέχη οργανώνονται. Από τα λόγια του Ρομ, για τις πολιτικές θέσεις του Τρότσκυ, κατάλαβα πως οι τελευταίες,, ιδιαίτερα, σε σχέση, με τον πόλεμο, κατά της αγροτικής πολιτικής του κόμματος, μοιάζουν πολύ, με τις θέσεις των δεξιών. Ο Ρομ μου μετέφερε πως ο Τρότσκυ, με παρακαλεί να αναλάβω την αποστολή συγκέντρωσης τροτσκιστικών στελεχών, στο στράτευμα. Μεταξύ των άλλων, ο Ρομ με ενημέρωσε πως ο Τρότσκυ ελπίζει να αναλάβει την εξουσία ο Χίτλερ, καθώς, επίσης, πως ο Χίτλερ θα υποστηρίξει, τον Τρότσκυ, στον αγώνα του, κατά της σοβιετικής εξουσίας. 

Μετά το τέλος των γερμανικών στρατιωτικών γυμνασίων, στην δεξίωση, που δόθηκε, προς τιμή των προσκεκλημένων, από τον αρχιστράτηγο του γερμανικού στρατού Χαμερστέιν, ο στρατηγός Άνταμ συζήτησε, ξανά, μαζί μου, τα ζητήματα, που είχαμε θίξει, κατά την διάρκεια της δεξίωσης, στην Μόσχα, όπως ανέφερα, πιο πάνω. Ο στρατηγός Άνταμ υπογράμμισε την σοβαρότητα, με την οποία αντιμετωπίζει την αμυντική ικανότητα της Πολωνίας και επέμενε, στην αναγκαιότητα να λάβει και η Ε.Σ.Σ.Δ. παρόμοια μέτρα, προετοιμαζόμενη, για τον πόλεμο. Μεταξύ των άλλων, στα πλαίσια των καθηκόντων μου, ως επικεφαλής εξοπλισμών του Κόκκινου στρατού, υπήρχαν σημαντικές τριβές με την γερμανική πλευρά. Το θέμα ήταν πως ο Ουμπορέβιτς και ο Γιεφίμοφ είχαν υπογράψει τις τελικές συμφωνίες, με την εταιρεία «Ρέινμετάλ», προκειμένου να μας πουλήσει και συναρμολογήσει μία σειρά γραμμών παραγωγής συστημάτων πυροβολικού. Κατά τις δοκιμές αυτών των συστημάτων, οι οποίες γίνονταν, παράλληλα, με την παραγωγή και την συναρμολόγηση, αποδείχτηκε πως δεν ήσαν κατάλληλα. Σε σχέση, με όλα αυτά, υιοθέτησα την άποψη της ακύρωσης της συμφωνίας, με την εταιρεία «Ρέινμετάλ». Στις αντιπαραθέσεις, που είχαμε, ο πρέσβης της Γερμανίας Ντίρξεν εξέφρασε την δυσαρέσκειά του, στο πρόσωπό μου. 

Χάρη, στην κριτική μου, στην συμφωνία, με την εταιρεία «Ρένιμετάλ», αλλά και στην συνέχεια, χάρη, στην ακύρωση της συμφωνίας, με αυτή την εταιρεία, χάλασαν οι σχέσεις μου, τόσο με τον Ουμπορέβιτς, όσο και με τον Γιεφίμοφ. Μόνον, όταν έθεσα το ζήτημα της ανάπτυξης της Γενικής Διεύθυνσης Πυροβολικού και πρότεινα, ως επικεφαλής της τον Γιεφίμοφ, αυτός αποκατέστησε τις σχέσεις του, μαζί μου. Ο Φέλντμαν, πολλάκις, μου είπε πως ο Γιεφίμοφ αντιμετωπίζει, εχθρικά, την πολιτική του κόμματος. Εκμεταλλεύτηκα την βελτίωση των σχέσεών μας και μια φορά, συζήτησα, μαζί του, στο γραφείο μου, την, κακού επιπέδου, οργάνωση της βιομηχανίας, τις άσχημες διαθέσεις, που υπάρχουν, στο στράτευμα κ.λπ. Ο Γιεφίμοφ συμμετείχε, με προθυμία, στην συζήτηση, ασκώντας κριτική, στην κομματική ηγεσία. Είπα, στον Γιεφίμοφ, πως, τόσο οι δεξιοί, όσο και οι τροτσκιστές συμφωνούν, ως προς την αναγκαιότητα οργάνωσης παράνομης δουλειάς, προκειμένου να αλλάξουμε την κομματική ηγεσία, πως ο στρατός δεν μπορεί να μείνει ουδέτερος και πρότεινα, στον Γιεφίμοφ, να γίνει μέλος της στρατιωτικής μας ομάδας. Ο Γιεφίμοφ συμφώνησε. 


Τον Κόρκ τον στρατολόγησα το καλοκαίρι του 1933, κατά την διάρκεια των ασκήσεων, που είχε οργανώσει, κοντά, στην Μόσχα, το επιτελείο του Κόκκινου Στρατού. Παρακολουθώντας την εξέλιξη των ασκήσεων, άρχισα να ασκώ κριτική, στην στρατιωτική εκπαίδευση των μονάδων. Ο Κόρκ απάντησε πως είχε, ήδη, μιλήσει και πει ότι η δουλειά, στην στρατιωτική περιοχή, δεν του αρέσει. Κατάλαβα πως αυτές οι συζητήσεις, με τον Κόρκ, δεν ήταν τυχαίες και άρχισα να τον μυώ, ενώ, μετά από λίγο, συμφωνήσαμε. Δεν ήξερα, τότε, πως ο Κόρκ είχε, ήδη, στρατολογηθεί, από τον Ενουκίντζε. Ενημέρωσα τον Κόρκ πως διατηρώ σχέσεις, με τον Τρότσκυ και τους δεξιούς και του ανέθεσα το καθήκον να στρατολογήσει νέα μέλη, για την οργάνωση. 

Εκείνη, περίπου, την εποχή, έγινε και η στρατολόγηση του Βακούλιτς, ως μέλους, στην συνωμοσία. Τον ήξερα, πολύ καλά, από χρόνια, είχα συζητήσει, μαζί του, πολλές φορές, το 1928 και ήξερα πως ήταν δυσαρεστημένος, με την αγροτική πολιτική του κόμματος. 

Του πρότεινα να γίνει μέλος της οργάνωσης της στρατιωτικής συνωμοσίας, στην οποία ήμουν επικεφαλής και ο Βακούλιτς συμφώνησε. Ανέφερα, στον Βακούλιτς, τις σχέσεις μου, με τους δεξιούς και τους τροτσκιστές και του ανέθεσα να στρατολογήσει νέα μέλη, για την συνωμοσία. 

* * *

Επιστρέφοντας, από την Άπω Ανατολή, ο Πούτνα και ο Γκορμπατσώφ, νομίζω πως ήταν το 1933, είχα συνομιλίες, με το καθένα τους, χωριστά. Ο Πούτνα αμέσως ομολόγησε πως έχει σχέσεις, με τον Τρότσκυ και με τον Σμιρνώφ. Του πρότεινα να έλθει, στις γραμμές της στρατιωτικής-τροτσκιστικής συνωμοσίας, λέγοντας πως, ως προς αυτό, υπάρχουν συγκεκριμένες εντολές του Τρότσκυ. Ο Πούτνα συμφώνησε, αμέσως. Στην συνέχεια, μετά το διορισμό του  ως στρατιωτικού ακολούθου, του ανατέθηκε η αποστολή να συμβάλει, στην επικοινωνία, μεταξύ του Τρότσκυ και του κέντρου της στρατιωτικής-τροτσκιστικής συνωμοσίας. 

Αν δεν κάνω λάθος, την ίδια, περίπου, εποχή, συζήτησα, με τον Ι. Ν. Σμιρνώφ, ο οποίος μου είπε πως, με βάση τις εντολές του Τρότσκυ, θέλει να αποδιοργανώσει την προετοιμασία της κινητοποίησης της βιομηχανίας, στον τομέα παραγωγής βλημάτων.

Ο Γκορμπατσώφ, για τις διαθέσεις του οποίου  με είχε ενημερώσει, νωρίτερα, πολύ γρήγορα, ανταποκρίθηκε στις συζητήσεις μας και κατάλαβα πως είχε, ήδη, στρατολογηθεί. Στην πρότασή μου να ενταχθεί, στην συνωμοτική ομάδα, συμφώνησε και με ενημέρωσε πως οργανώνει το αποκαλούμενο αυλικό πραξικόπημα και πως έχει σχέσεις, με τον Πέτερσον, διοικητή του Κρεμλίνου, τον Γιεγκόροφ, διευθυντή της σχολής της Πανενωσιακής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, καθώς και με τον Ενουκίντζε.

Την ίδια, περίπου, περίοδο, δηλαδή, το 1934 - 1935, με επισκέφτηκε, στην Μόσχα ο Ρομ και μου είπε πως πρέπει να με ενημερώσει, για την νέα αποστολή, που μου ανέθεσε ο Τρότσκυ . Ο Τρότσκυ έλεγε πως δεν πρέπει να περιοριστούμε, μόνο, στην στρατολόγηση και την οργάνωση των στελεχών, πως χρειάζεται ένα πρόγραμμα δράσης, πως ο γερμανικός φασισμός θα βοηθήσει τους τροτσκιστές, στον αγώνα τους, ενάντια, στην ηγεσία του Στάλιν και για τον λόγο αυτόν, η στρατιωτική συνωμοσία θα πρέπει να τροφοδοτεί, με στοιχεία το γερμανικό γενικό επιτελείο, καθώς και το, στενά, συνεργαζόμενο, μαζί του, γιαπωνέζικο γενικό επιτελείο, να κάνουμε σαμποτάζ, στο στράτευμα, να προετοιμάσουμε τρομοκρατικές ενέργειες, κατά των μελών της κυβέρνησης. Αυτές τις εντολές του Τρότσκυ τις μετέφερε, στο κέντρο της συνωμοσίας.

Το 1933, είχα την πρώτη συζήτηση, με τον Μπουχάριν. Μαζί, με τον Ποπώφ,  επισκεφτήκαμε τον άρρωστο Μπουχάριν, στο διαμέρισμά του. Αφού λύσαμε το ζήτημα, για το Ινστιτούτο Τηλεμηχανικής, σηκωθήκαμε να φύγουμε, με τον Ποπώφ. Ο Μπουχάριν, όσο ο Ποπώφ πήγαινε, προς την πόρτα, μου έπιασε το χέρι και μιλώντας, γρήγορα, μου είπε ότι γνωρίζει την δουλειά, που κάνω, για την οργάνωση στρατιωτικής συνωμοσίας, πως η πολιτική του κόμματος είναι καταστροφική, πως πρέπει οπωσδήποτε να αποσύρουμε τον Στάλιν και πως, για τον λόγο αυτόν θα πρέπει να επιταχύνουμε τις διαδικασίες οργάνωσης και ενίσχυσης της συνωμοσίας. 

Τον Έιντεμαν, τον στρατολόγησα, το 1932. Αφού έλαβα τις εντολές του Τρότσκυ, για σαμποτάζ, κατασκοπεία κ.λπ., ο Έιντεμαν, με παρακάλεσε να του δώσω εντολές, για την δράση του, στην Οργάνωση Αρωγής, προς την άμυνα, την αεροπορία και την χημική βιομηχανία. Αφού συζήτησα αυτό το ζήτημα  με το κέντρο, θεωρήσαμε πως βασική αποστολή του Έιντεμαν είναι, μαζί με τον Κάμενεφ, να σαμποτάρουν την δουλειά, έτσι ώστε, εκτός, από την κακή οργάνωση της αντιαεροπορικής προστασίας των κτιρίων, να αποδιοργανωθεί και η κοινωνική δραστηριότητα της Εταιρείας, ως προς την άμυνα, κατά των χημικών όπλων. Εκτός από αυτό, στον Έιντεμαν, ανατέθηκε η αποστολή της αποδιοργάνωσης της στρατολογίας, των ασκήσεων των αξιωματικών της εφεδρείας και τέλος, της οργάνωσης ομάδων δολιοφθοράς, στις μονάδες της οργάνωσης. 

Ο Έιντεμαν μου είπε πως έχει βάσιμες ελπίδες ότι θα έλθει, μαζί μας και ο Απόγκα. Στην ίδια συνεδρίαση, συζήτησα, με τον Απόγκα και αμέσως, κατάλαβα πως είχε, ήδη, στρατολογηθεί. Στην πρότασή μου να ενταχθεί, στην ομάδα, που οργάνωσα, ο Απόγκα συμφώνησε. Τότε, ενημέρωσα τον , για τα μέλη της ομάδας και τις φιλοτροτσκιστικές μας απόψεις. Γνωρίζοντας πως ο Απόγκα έχει πολύ καλές σχέσεις, με τον Κάμενεφ, τον παρακάλεσα να προσπαθήσει να τον πείσει. 

Στη συνέχεια, ο Απόγκα έλαβε την εντολή να προχωρήσει, σε δολιοφθορές, στα σιδηροδρομικά στρατεύματα, να υπονομεύσει την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών, εθνικών ασφαλτοστρωμένων δρόμων στρατιωτικής χρήσης, να ετοιμάσει, την περίοδο του πολέμου, ομάδες δολιοφθοράς, για την καταστροφή γεφυρών και τέλος, να ενημερώσει το γερμανικό και το γιαπωνέζικο γενικό επιτελείο, με στοιχεία, για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, στην Άπω Ανατολή και στα δυτικά σύνορα. Το 1933, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου, στο πεδίο βολής των σιδηροδρομικών στρατευμάτων, στο Γκοροχοβέτς, ο Απόγκα μου είπε πως τα στοιχεία, για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, έχουν, ήδη, διαβιβαστεί, στα γενικά επιτελεία της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Ο Απόγκα δεν με ενημέρωσε, με ποιόν τρόπο, παράδωσε αυτά τα στοιχεία και ποιό στέλεχος των σιδηροδρομικών στρατευμάτων το έκανε, αλλά, ούτε και εγώ τον ρώτησα. 

Μετά τα γυμνάσια του 1933, στις αρχές του χειμώνα, με επισκέφτηκε, στο γραφείο μου, μία φορά, ο Κάμενεφ και άρχισε να μου λέει, για τα συμπεράσματά του, σχετικά, με τα γυμνάσια. Μετά, από μία μακρά συζήτηση, ο Κάμενεφ παρέμεινε, για πολλή ώρα και κατάλαβα πως θέλει να μου μιλήσει, για κάτι άλλο. Του είπα: «Σας συμβουλεύω, Σεργκέι Σεργκέγιεβιτς, να έχετε στενή σχέση, με τον Απόγκα», πράγμα, στο οποίο ο Κάμενεφ απάντησε ότι συνδέεται, στενά, με τον Απόγκα, αλλά θέλει να έχει, εξίσου, στενές σχέσεις, μαζί μου. Άρχισα να του λέω, για τα λάθη της στρατιωτικής και κομματικής ηγεσίας, ο Κάνεμεφ άρχισε να επαναλαμβάνει τα λόγια μου και τότε, του πρότεινα να ενταχθεί, στην συνωμοτική μας ομάδα. Ο Κάμενεφ συμφώνησε, αμέσως. Του είπα ότι θα τον κάνουμε μέλος του κέντρου της συνωμοσίας και τον ενημέρωσα, για τις συζητήσεις, που είχα, με τον Ενουκίντζε, τον Μπουχάριν και τον Ρομ….”.


1 Ιουνίου 1937.





Γεγονός είναι ότι ο Ιωσήφ Στάλιν - και ο κύκλος του - είχε πειστεί, από την γερμανική παραπλάνηση, όσον αφορά την κατασκευασμένη και ψευδή “φιλοναζιστική και τροτσκιστική συνωμοσία” του Μιχαήλ Τουχατσέφσκυ και των υπολοίπων. 

Ο Στάλιν είχε “φάει σαν χάνος” το γερμανικό παραμύθι, γεγονός που έκανε τον Χίτλερ και την γερμανική κατασκοπεία να τρίβουν, με χαρά, τα χέρια τους. 

Αυτή είναι η πικρή ιστορία του Μιχαήλ Τουχατσέφσκυ και της καταστροφικής, για την “Σοβιετική Ένωση” εξόντωσης της ηγεσίας του Κόκκινου Στρατού, λίγο, πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην “Ε.Σ.Σ.Δ.”.

Με λίγα λόγια ο Ιωσήφ Στάλιν αποδείχτηκε ανόητος αν και ως εξουσιαστής υπήρξε πολύ τυχερός. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

2014 - 2015 : Στο 1 τρισ. € εκτινάχθηκε το ελληνικό δημόσιο χρέος! (Τα eurocommercial papers, ως κρυφό παράλληλο νόμισμα και η εγκληματική διαχείριση του βραχυχρόνιου δημόσιου χρέους. Από τα 129,11 δισ. € των σαμαροβενιζέλων, στα 740,46 δισ. € του Αλέξη Τσίπρα).

Δημοψήφισμα στις 5 Ιουλίου 2015; Καλοδεχούμενο, αν και απροετοίμαστο, αφού η διεξαγωγή του θα πλήξει, καίρια, τον σκληρό πυρήνα του ελιτιστικού κατασκευάσματος της ευρωζώνης. (Σε παράλληλο τοπικό νόμισμα, θα οδηγήσει η καταψήφιση των προτάσεων των δανειστών);

Το κουαρτέτο των δανειστών, η "διαπραγμάτευση" για τα μέτρα του 3ου Μνημονίου, η ελληνική οικονομία, η ευρωζώνη και τα προκύπτοντα αδιέξοδα. (Η μέγγενη του διαπραγματευτικού μοντέλου Hicks και η επικείμενη παράδοση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών και του Δ.Ν.Τ.).