Απ' τ' αριστερά, στα δεξιά. (Ο βλάχος εχλιμίντρισε, σαν άλογο βαρβάτο).
Πέρασε, στον δρόμο εμπρός, κουνιστός και λυγιστός ένας βλάχος χαρωπός, λουκουμάς σοροπιαστός. Γύρω – γύρω, τριγυρίζει κι όλο βούτυρο μυρίζει, κάποιες φορές όλο ψελίζει, την αλήθεια βασανίζει. Μοιάζει να'ναι ένα παιδί, αλλά είναι σκέτο ξεκουτί, βλάχος κοσμογυρισμένος πάντοτε φρεσκοπλυμένος. Ήταν, εις την αλλοδαπή, κομμουνιστής - λένε - μεγάλος, την έκανε, όμως, γυριστή, σαν κούφιος παπαγάλος. Με το pc εγύριζε, στην αριστερά τριγύριζε και κομπορρημονούσε αλλά, όσο και αν το έλεγε, δεν το εννοούσε. Στην δεξιά κατέφυγε, σαν θλιβερός ικέτης, εκεί, λοιπόν, κατέληξε, ως δυστυχής επαίτης. Οι δεξιοί τον πήρανε, σώγαμπρο τον εκάναν, σαν βασιλικό τον ποτίζανε, μεγάλο θα τον κάναν. Ο βλάχος εχλιμίντρισε, σαν άλογο βαρβάτο, τα πόδια τους εφίλησε, στο τέλος, όμως, θα βρεθεί, πιο κάτω κι απ' τον πάτο. Ετούτος πιστεύει θα σταθεί, τους δεξιούς τους γλύφει, μα η τύχη του, απ' τον κόσμο, θε να κριθεί, οι άνθρωποι θα τον διώξου...